The deep blue sea / Το βαθύ μπλε του έρωτα (2011) ***1/2

98min

Σκηνοθεσία: Terrence Davies

Σενάριο: Terrence Davies, Terrence Rattigan (play)

Πρωταγωνιστούν: Rachel Weisz, Tom Hiddleston, Simon Russell Beale

Λονδίνο γύρω στα 1950.  Η Hester (Rachel Weisz) εγκαταλείπει τον εύπορο, δικαστή σύζυγο Sir William Collyer (Simon Russell Beale), για να ζήσει μαζί με το Freddie (Tom Hiddleston), ένα πρώην πιλότο της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας.  Αντί για στιγμές απόλυτης ευτυχίας όμως, όταν μένει μόνη της, κλείνει τις πόρτες και τα παραθύρα του σπιτιού της και ανοίγει το γκάζι.

Ένα πολυπαιγμένο έργο από έναν συγγραφέα που αποτελεί θεμέλιο για τη βρετανική θεατρική σκηνή του περασμένου αιώνα, τον Terrence Rattigan, εδώ μεταμορφωμένο από την οπερετική διάθεση του Terrence Davies.  Αυτός τα παίζει όλα για όλα, δεν κρατάει τίποτα κρυφό, από την αρχή ρίχνει σε εσένα το βάρος της επιλογής.  Είτε θα σηκωθείς απηυδυσμένος από το κάθισμα και θα εγκαταλείψεις είτε θα μείνεις με διεσταλμένες κόρες να παρακολουθείς τον αργόσυρτο, ιδιότυπο βηματισμό που ακολουθούν οι νότες του βιολιού, καθώς καρφώνονται μέσα σου.  Εκεί άλλωστε, προορίζεται να στηθεί ο περίτεχνα στυλιζαρισμένος χορός της τραγικής ιστορίας.

Στα μισόλογα, στο αναγεννησιακό ημίφως, στα πονεμένα βλέμματα που κολυμπούν στα κύματα από καπνό τσιγάρου, το τετριμμένο τρίγωνο – μία γυναίκα ανάμεσα σε δύο άντρες, ο συντηρητικός ηλικιωμένος της δίνει ασφάλεια, ο ορμητικός νεότερος την τροφοδοτεί με ένταση – κλείνεται σε πνιγηρά δωμάτια και στροβιλίζεται υπνωτιστικά σε τοίχους φορτωμένους με το ρομαντισμό, την προσδοκία, την υποκρισία, τον εγωκεντρισμό και τον παραλογισμό του έρωτα.  Σε μια δεύτερη ανάγνωση, η Hester, συνεχίζει να υποδύεται το παιδί στο γάμο της και τη μητέρα στην παράνομη σχέση της, σε μια σπαρακτική προσπάθεια να γεμίσει το κενό της απουσίας της μητρότητας από τη ζωή της.

Στο τέλος όμως, όταν για πρώτη φορά, οι βαριές κουρτίνες τραβιούνται για να ανοίξουν και το φως της ημέρας λούζει τη θέα προς τα έξω, το «Between the Devil and the deep blue sea» (ο αγγλικός τρόπος για να πεις «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», που δάνεισε τη δεύτερη φράση του και στον τίτλο του φιλμ) δίνει την τρίτη και πιο ουσιαστική οπτική, προσδίδοντας συνταρακτικούς συμβολισμούς στους τρεις (πραγματικά εξαίσιους) πρωταγωνιστές.  Ένα Λονδίνο σκονισμένο και μελαγχολικό, ανήμπορο να συμμαζέψει τα ερείπια που του προκάλεσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πολέμος – και ας έχουν περάσει τουλάχιστον 5 χρόνια – είναι η εικόνα της οριστικής κατάρρευσης του ιδεολογικού, οικονομικού, κοινωνικού και θρησκευτικού κατεστημένου που εκπροσωπείται από τον δικαστή.   Μια ανιαρή ευμάρεια που πάντα μύριζε θάνατο, έδωσε τη θέση της στα υπερήφανα, ελπιδοφόρα νιάτα που πολέμησαν για να χαράξουν ένα καινούργιο δρόμο.  Η έλλειψη ασφάλειας και ισορροπίας ωστόσο, πέφτει βαριά στην πλάτη τους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον μέθυσο, κυκλοθυμικό, αφερέγγυο Fred, που κουβαλάει επίσης το άρωμα του θανάτου.  Στη μέση η Hester, πέφτει με τα μούτρα στο σαρκικό πάθος.  Προτιμά να το θρέψει, να το γιγαντώσει και ας την καταβροχθίσει, παρά να αντιμετωπίσει το φόβο της απόλυτης ματαιότητας.  Διαχρονικό;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s