All good things / Μοιραία σχέση (2010) **1/2

101min

Σκηνοθεσία: Andrew Jarecki

Σενάριο:  Marcus Hinchey, Marc Smerling

Πρωταγωνιστούν:  Ryan Gosling, Kirsten Dunst, Frank Langella

Ο David Marks είναι το μαύρο πρόβατο σε μια αστική οικογένεια μεγαλομεσιτών, που έχει τον έλεγχό των οικοπέδων της αναπτυσσόμενης Times Square της δεκαετίας του ΄70.  Με την ανάμνηση του βίαιου θανάτου της μητέρας του, πνιγμένος στους μπάφους, και αποστασιοποιημένος από τη δίψα του πατέρα του (Langella) για ακόμη περισσότερη δύναμη και διασυνδέσεις, γνωρίζει τυχαία την Kathie (Dunst), ένα κορίτσι μεσαίας τάξης.  Οι δυο τους ερωτεύονται, παντρεύονται και φεύγουν από τη New York για να εκπληρώσουν το όνειρο του David:  ένα μαγαζί με είδη βιολογικής καλλιέργειας στην επαρχία.  Γρήγορα όμως, το ζευγάρι υποκύπτει στις πιέσεις του πατριάρχη της οικογένειας και επιστρέφει.  Ο David δεν είναι πια αυτός που φαίνεται.

Το «Capturing the Friedmans» (2003) συγκέντρωσε πάνω του βραβεία και επεφημίες, όπου και αν προβλήθηκε, τοποθετώντας το όνομα του Jarecki ανάμεσα στα πλέον υποσχόμενα για τη συνέχεια.  Επτά χρόνια μετά, έχοντας αφήσει πίσω του το documentary που τον ανέδειξε, δεν τα πηγαίνει εξίσου καλά.  Βέβαια, όταν το φιλμ ξεκινάει οι πρώτες εικόνες είναι τουλάχιστον ενθαρρυντικές για τη συνέχεια.  Καλοφροντισμένα πλάνα, μια flash back εξιστόρηση που προϊδεάζει για τα «κακά» ξεμπερδέματα που θα προκύψουν, θεαματικά σχολαστική ανασύσταση της εποχής και μια πληθώρα στοιχείων που ανοίγουν πόρτες για σχολισμό, αρπάζουν το ενδιαφέρον μας. Όλα κυλούν πάνω σε μια φρέσκα δοσμένη μελοδραματική αφήγηση, η οποία όμως, μπλοκάρεται απότομα με τις πρώτες μυστηριώδεις αλλαγές στη συμπεριφορά του ήρωα.  Είναι η στιγμή που η ταινία μετατρέπεται σε thriller, καθώς ο πρωταγωνιστής ακολουθεί μια συμπεριφορά που εμείς ως θεατές δεν έχουμε τροφοδοτηθεί με το απαραίτητο υλικό να εξηγήσουμε λογικά, άρα και να παρακολουθήσουμε.  Πολύ απλά, η εξέλιξη του χαλαρού επαναστάτη, σε αδίστακτο δολοφόνο με μακιγιάζ και γυναικεία περούκα, δεν πείθει.

Με βάση τη λεπτομερή έρευνα που προηγήθηκε του φιλμ και αφορούσε στα πραγματικά γεγονότα που συγκλόνισαν την κοινωνία της Νέας Υόρκης το διάστημα 1971-2003 (με δύο, ακόμη και σήμερα, άλυτες υποθέσεις φόνων) ο παραλογισμός αυτός, κατά πολλές εκδοχές, συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του David Marks (εννοείται πως τα ονόματα έχουν αλλαχθεί), αλλά δεν απαντά στις ανάγκες μιας ικανοποιητικής κινηματογραφικής απεικόνισης.  Παρά τη συνολική έλλειψη στόχου της ταινίας, οι ερμηνείες, μαζί με τα τεχνικά μέρη της σκηνοθεσίας, παραμένουν αξιοθαύμαστες.  Ο Gosling πετυχαίνει σε ένα ρόλο-γάντι στη συνηθισμένη εσωτερική κατήφειά του και η Dunst είναι καταπληκτική. Σε ένα δύσκολο ρόλο, κατάφερε με άνεση να μετατρέψει το ξένοιαστο χαμόγελο στο πρόσωπό της, σε κρυφή μελαγχολία και από εκεί, να αγγίξει το φόβο και την πλήρη απόγνωση.

Δεν υπάρχει «Τhe end» στην ιστορία.  Μόνο πιθανολόγηση.  Θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια διεισδυτική και ειρωνικά αποσαθρωτική ματιά στο οικονομικό σύστημα των Η.Π.Α., που θρέφει «άρρωστες» γενιές, αλλά στο «All good things» δεν υπήρχε τέτοιος σχεδιασμός.

(Για το cinemart.gr)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s